Οι άνθρωποι φεύγουν, τα πράγματα μένουν. Κι αν τα αφήσεις, έχουν ιστορίες να σου διηγηθούν με τη μυστική γλώσσα των συμβόλων, για μια εποχή που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Αυτό κάνουν τα μεσαιωνικά σπίτια της μαστίχας στις φωτογραφίες του Στρατή Βογιατζή από τη δουλειά του με τίτλο «Εσωτερικός κόσμος - Μαστιχοχώρια». Μόνο που η νοσταλγία, αυτή η σήραγγα διαφυγής από τον παρόντα χρόνο, σε γυρνά πίσω σ' έναν εξωραϊσμένο από τα βάρη της καθημερινότητας χρόνο, όπου όλα μοιάζουν απέριττα, γαλήνια και οικεία. Μια οφθαλμαπάτη; Μια βαθιά επιθυμία.
Αν αλήθεια είναι η μη λήθη, ό,τι διασώζει δηλαδή την ύπαρξη από τη λησμονιά, τότε μια σπάνια αληθινή και αυθεντική καταγραφή μιας ιστορίας που απειλείται να χαθεί στο πέρασμα του χρόνου είναι η εικαστική αφήγηση που επιχειρεί ο Στρατής Βογιατζής στο λεύκωμά του «Εσωτερικός κόσμος - Μαστιχοχώρια».
Ο Στρατής, με σπουδές οικονομικών, μεταπτυχιακό στην κοινωνιολογία στο Αμστερνταμ με θέμα τις επιπτώσεις της βίας στα παιδιά και διατριβή στην Παλαιστίνη, πολίτης του κόσμου που δούλεψε εκπαιδευτής στα «Σπίτια του Πολιτισμού» της Αβάνας και στις ρομά κοινότητες της Θεσσαλονίκης, προσκυνητής του βλέμματος που ταξιδεύει αποτυπώνοντας την «αλήθεια» -των άλλων αλλά και τη δική του- σε Τουρκία, Ινδία, Βιετνάμ, Τανζανία, Κόσοβο, Μαρόκο, Μεξικό, Ιράν, επέστρεφε πάντα στον γενέθλιο τόπο του, τη Χίο, και στην Καλαμωτή, ένα από τα Μαστιχοχώρια, όπου η γιαγιά του διηγόταν ιστορίες μιας τόσο πρόσφατης και συνάμα τόσο μακρινής εποχής.
Ετσι προέκυψε το πρώτο του βιβλίο για τη Χίο. Και έτσι ξεκίνησε η ιδέα για τη θεματική των Μαστιχοχωριών, που κατέληξε σε ένα ακόμα βιβλίο, αλλά και σε εκθέσεις στη Φωτομπιενάλε τον περασμένο Απρίλιο, στην Ουάσινγκτον αλλά και στο θρυλικό Chelsea Hotel της Νέας Υόρκης.
Στην αρχή ήταν απροσδιόριστο το τι ακριβώς αναζητούσε από αυτό το εγχείρημα με τα Μαστιχοχώρια, που ήταν και πείραμα δικών του μνημών. «Η φωτογραφία είναι γλώσσα και όποιος τη χρησιμοποιεί το κάνει για να μιλήσει για τον κόσμο του: αυτός είναι ο μόνος τρόπος να είσαι αληθινός με αυτό που περιγράφεις και να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου. Και συνήθως μιλάς για τους φόβους τις εμμονές, τα πάθη, τις λαχτάρες, τα βιώματα: το ένα τραβά το άλλο και είναι σαν μια χύτρα που ανακατεύεται διαρκώς και σε επηρεάζει. Η αναζήτηση της φωτογραφίας είναι αναζήτηση της ταυτότητας και σε όλους συμβαίνει κάποια στιγμή να θέλουν να εξερευνήσουν φωτογραφικά τον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Ετσι, άρχισα να φωτογραφίζω εξωτερικά αυτά τα μοναδικά χωριά. Στην αρχή με μια μάλλον αρχιτεκτονική προσέγγιση καταγράφοντας ένα είδος δράματος που απορρέει από το γεγονός ότι αυτά τα σπίτια χτίστηκαν με σκοπό να κρατήσουν έξω κάθε επίδοξο εισβολέα, κι εγώ ουσιαστικά κατέγραφα τον αγώνα του φωτός μέσα από έντονες σκιές και αντιθέσεις, να εισέλθει μέσα σε αυτά. Κι έπειτα χρησιμοποιώντας ως μαγιά το χρώμα που σπανίζει σε αυτούς τους φρουριακούς οικισμούς όπου κυριαρχούν πέτρα και χώμα».
Εύλογο ενδιαφέρον καθώς τα Μαστιχοχώρια αποτελούν μνημεία φρουριακής αρχιτεκτονικής που έχουν συνδέσει αδιάρρηκτα την ιστορία τους με τη μοίρα της Χίου πρωταγωνιστώντας επί αιώνες στην οικονομία της με την πολύτιμη μαστίχα και συμβάλλοντας με τα δίκτυα διανομής της στην άνδρωση του εφοπλισμού στο νησί. Υπήρχαν ήδη από τη βυζαντινή εποχή, αλλά είναι με τους Γενουάτες, τον 14ο αιώνα, που αποκτούν τη σημερινή τους μορφή, όταν αυτοί παραδίδουν την εξουσία στους Ιουστινιάνι, 12 οικογένειες που αποτέλεσαν τους μετόχους της Μαόνα, της εταιρείας που δημιουργήθηκε για την οικονομική εκμετάλλευση του τόπου και τον έλεγχο της μαστίχας. Ετσι χτίστηκαν νέα χωριά, τα 24 Μαστιχοχώρια που θα στέγαζαν τις οικογένειες των αρχόντων αλλά και τους καλλιεργητές. Χτισμένα με φρουριακή διάταξη και αθέατα από τη θάλασσα για προστασία από πειρατές και επιδρομείς, τα εξωτερικά σπίτια δεν είχαν πόρτες και παράθυρα και σχημάτιζαν ένα αμυντικό τείχος ενώ τα λιθόστρωτα σοκάκια αποπροσανατόλιζαν με περίτεχνους λαβύρινθους και αδιέξοδα κάθε παρείσακτο. Λιτά πέτρινα σπίτια με ημικυλινδρικούς θόλους, τα γέρματα, ισόγειο που λειτουργούσε σαν σταύλος και αποθήκη και έναν όροφο όπου εκτείνονταν τα δωμάτια γύρω από έναν υπαίθριο χώρο, το πουντί, που πρόσφερε φως και αέρα, ενώ καθώς τα σπίτια συνωστίζονταν το ένα δίπλα στο άλλο στο ίδιο ύψος λειτουργούσε ως μέσο διαφυγής σε περίπτωση κινδύνου. Σπίτια αιώνων φορτωμένα ιστορία και ιστορίες που αργά αλλά σταθερά άρχισαν να εγκαταλείπονται ή να παραδίδονται στο συρμό του μοντερνισμού που αλλοιώνει τα λιτά και αυθεντικά χαρακτηριστικά τους.
Αλλά μια συνάντηση στάθηκε καταλυτική για να αποδομήσει την αρχική ιδέα και να οδηγήσει τον φωτογράφο, σαν άλλο «εισβολέα» αλλά ευλαβικό, να διεισδύσει στον εσωτερικό χώρο αυτών των μεσαιωνικών καστροχωριών. «Ολα άλλαξαν στη θέα ενός παντοπωλείου στο Λιθί, γεμάτο ντοματάκια που κρέμονταν από την οροφή. Εμεινα άφωνος από ένα χώρο που η αυθεντικότητά του ξεχείλιζε από παντού. Υπήρχε μια απλότητα χωρίς το παραμικρό ίχνος προσποίησης και η ενέργεια που έβγαινε ήταν απίστευτη. Αρχισα να αναζητώ με πολλή λαχτάρα αυτές τις εστίες και σιγά σιγά να τις εντοπίζω. Το χόμπι έγινε εμμονή κι άρχισαν να με στοιχειώνουν αυτοί οι χώροι. Ενας ολόκληρος πλούτος από πολιτισμό και παράδοση άρχισε να ξεπηδά μπροστά στα μάτια μου και πραγματικά με μάγεψε. Σε αυτά τα σπίτια κείται η αισθητική, η σοφία, ο πολιτισμός κάποιων ανθρώπων που έμαθαν να ζουν διαφορετικά από εμάς τη ζωή τους. Και εισχωρώντας σ' αυτά ένιωθα να κατακλύζομαι από τις ιστορίες των ανθρώπων και την ψυχή των αντικειμένων. Γινόμουν μάρτυρας ενός κόσμου που στέκεται πολύ μακριά από τις επιβολές του μοντέρνου κόσμου, απέριττου, απλού, σκονισμένου και απόμακρου, ίσως γιατί αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να διαφυλάξουν την πνευματική τους δύναμη», λέει ο Στρατής που με την πάροδο του χρόνου ένιωθε σαν να ήταν επιφορτισμένος να διασώσει αυτή την κληρονομιά, σαν να αποτύπωνε ένα ιστορικό ντοκουμέντο για τόπους και τρόπους που χάνονται ανεπιστρεπτί.
Γιατί σε κάθε γωνιά αυτών των σπιτιών υπάρχουν ιστορίες αιώνων που περιμένουν κάποιους σαν τον Στράτο Βογιατζή να τις αφηγηθούν με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο. «Σπίτι όσο χωρείς και χωράφι όσο θωρείς» ήταν η αντίληψη των χωρικών και όσο η ζωή τους ήταν άρρηκτα δεμένη με το μόχθο τόσο τα σπίτια τους ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς τους στα οποία καθρεφτίζεται ο αναλλοίωτος τρόπος ζωής τους στο πέρασμα του χρόνου. «Οι πέτρινοι θόλοι, οι φωτογραφίες στους τοίχους, τα αντικείμενα-κειμήλια δεν είναι παρά το πλαίσιο και η αναφοράς μιας κοινής μοίρας που ένωνε αυτούς τους ανθρώπους, μιας κοινής πορείας που μέσα της αναβλύζει ένα βαθύ αίσθημα αλληλεγγύης που υπήρχε μεταξύ τους».
Εισχωρώντας στα ενδότερα αυτών των παλιών σπιτιών, γράφει ο Γιώργος Πίττας στον πρόλογο του λευκώματος, ο Στράτος Βογιατζής«προσπαθεί να αφουγκραστεί τον εσωτερικό κόσμο αυτών των σπιτιών, να συλλάβει την ψυχή των ανθρώπων που τα κατοικούσαν, και να πιάσει το νόημα της ζωής όλων αυτών μέχρι τι στιγμή που τα εγκατέλειψαν». Το αποτέλεσμα είναι ένας μυστικός εσωτερικός κόσμος, μια όαση χρωμάτων και παιχνιδιών φωτός και σκιάς, μια ατμοσφαιρική σχεδόν εικαστική αποτύπωση χώρων όπου παρά τη φυσική απουσία του ανθρώπου, τα ίχνη της ανθρώπινης παρουσίας παραμένουν καταλυτικά αποκαλύπτοντας μια καθημερινότητα προ πολλού ξεχασμένη: στον τρόπο που είναι τοποθετημένα τα μπιμπελό, στις φωτογραφίες στους τοίχους, σε ένα καρφί που κρατά την κρεμάστρα με το πουκάμισο, στο σεμέν που σκεπάζει με γούστο μια κασέλα, στη νοικοκυροσύνη των δωματίων, στην κουρτίνα που ανεμίζει, στον μπουφέ που στέκι μόνος παρέα με ένα φθαρμένο πορτρέτο, στον πάγκο του παλιού καφενείου με τον ξύλινο κατάλογο πάνω στα λουλουδάτα πλακάκια, στο μεταλλικό ξεχαρβαλωμένο κρεβάτι στρωμένο με φροντίδα, στο παλιό παντοπωλείο με τα μπουκάλια και τα κουτιά πάνω από την πράσινη ντουλάπα δίπλα στο κλουβί ενός πουλιού που προ πολλού έφυγε, στην παλιά σόμπα κάτω από ένα ντουλάπι μέσα από το τζάμι του οποίου σαν σκηνή σουρεαλιστική προβάλλει θολά ένα κεφάλι κούκλας, στο μπαούλο με το ντύμα του και πάνω μια βαλίτσα που άφησε κάποιος ποιος να ξέρει κινώντας για πού, στη μισάνοιχτη πόρτα που λες και περιμένει από στιγμή σε στιγμή να επιστρέψει ο ιδιοκτήτης τους.
Κι ίσως αυτά τα ανθρώπινα ίχνη μαζί με τη χαμένη αρμονία που διόλου ανεπαισθήτως αναβλύζουν από αυτούς τους «εσωτερικούς κόσμους» που ο χρόνος απειλεί να αφανίσει και ο μοντερνισμός να ισοπεδώσει, αυτή η φθορά η ντυμένη στα πιο απίστευτα χρώματα και στις πιο απίθανες φωτοσκιάσεις, να αποτελούν και την πηγή της συγκίνησης που μεταδίδουν αυτές οι εικόνες.
Ή, όπως συμπυκνώνει στον πρόλογο του βιβλίου ο χιώτης σκηνοθέτης Δήμος Αβδελιώδης, αν η συγκίνηση είναι κριτήριο για να αξιολογούμε την τέχνη, αποκαλύπτοντάς μας μικρές ή μεγάλες αλήθειες, αυτές οι φωτογραφίες κάνουν την υπέρβαση, καταγράφοντας και αποκαλύπτοντας τα απέριττα και διάφανα κοσμήματα ενός ζωντανού λαϊκού πολιτισμού που έχασε τη μάχη με το χρόνο και κρύφτηκε από φόβο.
KΕΙΜΕΝΟ | ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΝΤΖΟΥ (pantzou@enet.gr)
